ΣΤΑΥΡΟΣ ΜΕΛΙΣΣΙΝΟΣ
Αυτοβιογραφικό Σημείωμα

Κατόπιν προτροπής του γιου μου, Παντελή, ο οποίος αυτή την περίοδο, εν μέσω των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας του 2004, αναλαμβάνει να συνεχίσει το έργο και την παρακαταθήκη μου, κάθομαι να γράψω αυτό το σύντομο αυτοβιογραφικό σημείωμα.
Κάνω μια επισκόπηση της ζωής μου σε μια περίοδο αιφνίδιας αποχώρησης από την ενεργό δράση, μιας και η πρόσφατη έξωσή μου από το ιστορικό μαγαζί της οδού Πανδρόσου, όπου ο πατέρας μου είχε στήσει την επιχείρησή μας το 1920, σήμανε και τη δική μου ακούσια συνταξιοδότηση. Ίσως, όμως, είναι για το καλύτερο, τώρα που η αγαπημένη μου Σοφία, η γυναίκα μου και συναγωνίστρια όλα αυτά τα χρόνια, έχει αρχίσει σιγά σιγά να χάνεται στα σκοτεινά μονοπάτια του Αλτσχάιμερ.
Στρέφω το βλέμμα προς τα πίσω και αναλογίζομαι το πώς η ζωή με οδήγησε από τις σπουδές μου στον κινηματογράφο, που είχα ήδη ξεκινήσει, σε μια διαφορετική επαγγελματική και καλλιτεχνική πορεία με αρχαιοελληνικά σανδάλια και ποίηση.
Κι όλα αυτά μέσα στο μικρό οικογενειακό εργαστήριο, που έμελλε να γίνει η δική μου θεατρική σκηνή επί σχεδόν 50 χρόνια.
Γεννήθηκα στην οδό Ποικίλης 6, στην Πλάκα, την παλιά συνοικία της Αθήνας, στις 10 Σεπτεμβρίου 1929, σε μια οικογένεια όπου η μυρωδιά του δέρματος ήταν τόσο οικεία όσο και η μουσικότητα των ποιητικών στίχων.
Ο πατέρας μου, Γιώργος Μελισσινός, ήταν δεξιοτέχνης υποδηματοποιός. Ο θείος μου Μιχάλης, δίδυμος αδελφός του, ήταν ποιητής. Οι δυο τους — μαζί με την ευρύτερη οικογενειακή παράδοση, που κουβαλούσε μνήμες από ένα ιστορικό παρελθόν στην Κρήτη και τους στίχους του Ερωτόκριτου του Κρητικού ποιητή της Ενετοκρατίας Βιτσέντζου Κορνάρου — μου έδωσαν, ίσως χωρίς να το γνωρίζουν, το πεπρωμένο μου: το χέρι του τεχνίτη και την ψυχή του ποιητή.

Η μητέρα μου, που καταγόταν από την οικογένεια Τσέλιου, με προγόνους ήρωες της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, ονειρευόταν να με δει στρατηγό. Έτσι τουλάχιστον μου έλεγαν, γιατί εγώ δεν τη γνώρισα ποτέ. Πέθανε λίγο μετά τη γέννησή μου. Μεγαλώνοντας, όμως, στη μεταπολεμική Ελλάδα και βλέποντας ταινίες του Χόλυγουντ, εγώ ονειρευόμουν τον κινηματογράφο. Ήθελα εικόνες, δράμα, δράση, κίνηση, ιστορίες, φως. Δεν είχα σκεφτεί ποτέ να γίνω σανδαλοποιός. Όμως η ζωή γράφει τα δικά της σενάρια και, καμιά φορά, μας γυρίζει ακριβώς εκεί απ’ όπου προσπαθήσαμε να ξεφύγουμε.
Επειδή ήμουν μοναχοπαίδι, ανέπτυξα έναν ιδιαίτερο δεσμό με τον πατέρα μου — μια ηρωική μορφή, που έχαιρε μεγάλης εκτίμησης στην αθηναϊκή κοινωνία. Αργότερα νυμφεύθηκε τη Μαριάνθη Ακριθάκη, μια στοργική γυναίκα που φρόντισε να μάθω απ’ έξω ολόκληρο τον Ερωτόκριτο. Κι εκείνη, όμως, έφυγε νωρίς.
Μετά τη θητεία μου στον στρατό, σχεδίαζα να ακολουθήσω καριέρα σκηνοθέτη. Όμως ο θάνατος του πατέρα μου, το 1955, άλλαξε την πορεία της ζωής μου.
Ήμουν ήδη νυμφευμένος με τη Σοφία, την όμορφη μούσα μου, όταν μπήκα στο εργαστήριό του με ανάμεικτα συναισθήματα. Εκεί, ανάμεσα σε δέρματα, εργαλεία, σκόνη και αναμνήσεις, άρχισα να ανακαλύπτω πως κι ένα μικρό μαγαζί στην Αθήνα μπορούσε να γίνει σκηνή — και πως ίσως εκεί θα έπαιζα τελικά τον δικό μου ρόλο στη ζωή.
Δεν ήθελα να φτιάχνω συνηθισμένα παπούτσια. Προσπαθώντας να καταλάβω ποιος έπρεπε να είναι ο δικός μου δρόμος, συνέχιζα την παλιά συνήθεια από τα παιδικά μου χρόνια: να γράφω ποίηση.
Τα αόριστα επαγγελματικά μου σχέδια άρχισαν να παίρνουν πιο συγκεκριμένη μορφή όταν μια Αγγλίδα χορογράφος πέρασε την πόρτα μου και μου ζήτησε μερικά ζευγάρια αρχαιοελληνικά σανδάλια για το χορευτικό της συγκρότημα. Στην αρχή, απορροφημένος στους στίχους μου, αρνήθηκα. Όμως η γυναίκα μου, η Σοφία, με την πρακτική και επιχειρηματική της φύση, το θεώρησε σημάδι της μοίρας και δεν μου άφησε πολλά περιθώρια. Έτσι ανέλαβα τη δουλειά με μεγάλο ζήλο.
Τότε κατάλαβα πως το να γράφω ποίηση και ταυτόχρονα να δημιουργώ κάτι παραδοσιακά ελληνικό, κάτι αρχαίο αλλά συγχρόνως ζωντανό — κάτι που θα μπορούσε να είναι η δική μου μικρή προσφορά στη χώρα που τόσο βαθιά αγαπούσα — ίσως ήταν τελικά ο δικός μου δρόμος στη ζωή.

Το αρχαίο σανδάλι δεν ήταν απλώς ένα υπόδημα. Ήταν η μορφή ενός ολόκληρου πολιτισμού. Ανήκε στην ιστορία, στην παράδοση, στο θέατρο, στη μυθολογία, στον δρόμο, στο ανθρώπινο σώμα και στον ήλιο.
Όταν άρχισα να κατασκευάζω σανδάλια εμπνευσμένα από αρχαιοελληνικές φόρμες, δεν αντέγραφα το παρελθόν. Το ξανάφερνα στα πόδια του σύγχρονου ανθρώπου. Κάποιοι με πέρασαν για τρελό, αλλά η μεγάλη επιτυχία που ακολούθησε γρήγορα τους έπεισε για το αντίθετο.
Η φιλοσοφία μου ήταν απλή: το σανδάλι πρέπει να φτιάχνεται στο χέρι, να προσαρμόζεται στον συγκεκριμένο άνθρωπο και να γεννιέται μέσα στο εργαστήριο. Το ανθρώπινο πόδι δεν είναι μια τυποποιημένη βιομηχανική μέτρηση. Έχει χαρακτήρα. Έχει μνήμη. Έχει τη δική του προσωπικότητα και αξιοπρέπεια. Δεν μπορεί απλώς να φυλακίζεται μέσα σ’ ένα παπούτσι.
Γι’ αυτό και ποτέ δεν θέλησα να μετατρέψω τη δουλειά μου σε μαζική παραγωγή. Πολλοί ήθελαν να πουλήσω το όνομά μου, να κάνω την επιχείρηση franchise, να γίνουν τα σανδάλια απρόσωπα και επικερδή με τη συνηθισμένη εμπορική έννοια. Αρνήθηκα. Δεν ήθελα το όνομά μου να γίνει μια ετικέτα χωρίς ψυχή. Προτιμούσα έναν αληθινό πελάτη να στέκεται μπροστά μου παρά χίλια ζευγάρια να κατασκευάζονται χωρίς εμένα — ιδιαίτερα όταν μπορούσα παράλληλα να του απαγγείλω στίχους από τη φιλοσοφική ποίησή μου και να ανταλλάξουμε απόψεις και ιδέες σαν Αθηναίοι μιας άλλης εποχής.

Με τον καιρό, ο κόσμος άρχισε να αναζητά το μικρό μου εργαστήριο.
Καλλιτέχνες, ποιητές, ηθοποιοί, χορευτές, χίπηδες, βασίλισσες αλλά και άνθρωποι χωρίς κανέναν τίτλο — που συχνά ήταν ακόμη καλύτεροι — περνούσαν την πόρτα του εργαστηρίου μου. Διάσημοι και άγνωστοι κάθονταν στις ίδιες παλιές καρέκλες που είχα κρατήσει από τον καιρό του πατέρα μου, περιμένοντας όλοι το ίδιο πράγμα: ένα ζευγάρι χειροποίητα σανδάλια, φτιαγμένα στα μέτρα τους από τα δικά μου χέρια.
Μια μέρα μπήκαν στο εργαστήριό μου οι Beatles. Είχαν έρθει για να γνωρίσουν τον ποιητή και σανδαλοποιό της Αθήνας και για να τους φτιάξω τα σανδάλια τους πριν φύγουν για τα ελληνικά νησιά. Τους είχαν μιλήσει για μένα, για την ποίησή μου και για τα σανδάλια μου. Μπήκαν μέσα με μια αθωότητα και έναν κωμικό ρυθμό, σχεδόν σαν τους Επτά Νάνους από την ταινία του Walt Disney. Στο μαγαζί μου, ακόμη και οι θρύλοι έκαναν ένα είδος προσκυνήματος… για ένα ζευγάρι σανδάλια.

Χρόνια αργότερα, ο γιος μου Παντελής με ρώτησε γιατί δεν είχα ζητήσει αυτόγραφα από τους Beatles. Του απάντησα μεταξύ σοβαρού και αστείου: «Το έργο μου θα βρίσκεται ακόμη εδώ όταν εκείνοι θα έχουν πια φύγει.» Αυτό που εννοούσα ήταν απλό. Μέσα από το λογοτεχνικό και το χειροτεχνικό μου έργο, προσπαθούσα να δημιουργήσω κάτι που θα επιβίωνε περισσότερο από τον θόρυβο της στιγμής.
Ο Παντελής μεγάλωσε μέσα σ’ αυτόν τον κόσμο, που λάτρευε, και βρισκόταν πάντοτε δίπλα μου μέσα από τα κοινά μας ενδιαφέροντα. Το δημοτικό του σχολείο ήταν μόλις ένα τετράγωνο μακριά από το εργαστήριό μου και κοντά στο σπίτι όπου γεννήθηκα, δίπλα στην Αρχαία Αγορά της Αθήνας. Για εκείνον το εργαστήριο δεν ήταν μια επαγγελματική διεύθυνση, αλλά ένας ζωντανός, παραμυθένιος τόπος όπου λάμβαναν χώρα μαγικά πράγματα. Αγαπούσε το δέρμα, τα εργαλεία, τους επισκέπτες, το καθημερινό θέατρο της δουλειάς, το χάος, το χιούμορ, την κούραση και την περηφάνια.
Μετά το σχολείο ερχόταν πάντα να βοηθήσει — αν και κατά καιρούς μου θύμιζε περισσότερο τον Ντένις τον Τρομερό. Τριγύριζε συνεχώς στα πόδια μου, υπερκινητικός σαν μέλισσα που δεν σταματά ποτέ. Όμως τον άφησα να δεθεί με αυτό το όνειρο, όπως ακριβώς ο δικός μου πατέρας είχε αφήσει κι εμένα να δεθώ με το εργαστήριο. Ανάμεσά μας υπήρχε πάντοτε κάτι περισσότερο από τη συνηθισμένη σχέση πατέρα και γιου. Υπήρχε μια σιωπηλή μαθητεία, όχι μόνο στην τεχνική αλλά και στο πνεύμα.
Αυτή η μαθητεία δεν περιορίστηκε μόνο στο εργαστήριο. Από πολύ μικρή ηλικία, ο Παντελής έγινε πολύτιμος συνεργάτης και στο λογοτεχνικό μου έργο, φιλοτεχνώντας εικονογραφήσεις για αρκετές από τις ποιητικές μου συλλογές. Αργότερα, καθώς μεγάλωνε και καλλιεργούσε όλο και περισσότερο τη γνώση της αγγλικής γλώσσας, η συμβολή του πήρε μια νέα μορφή: άρχισε να μεταφράζει στα αγγλικά ποιήματα και ποιητικές συλλογές μου, βοηθώντας έτσι το έργο μου να φτάσει και σε αναγνώστες έξω από την Ελλάδα.
Έτσι, η συνεργασία μας ξεπέρασε από νωρίς τα όρια της σανδαλοποιίας και αγκάλιασε την ποίηση, τη ζωγραφική, τη γλώσσα και τις τέχνες που αποτελούσαν πάντοτε μέρος της οικογενειακής μας ζωής.
Χαιρόμουν που καταλάβαινε πως το εργαστήριο δεν είχε να κάνει μόνο με την κατασκευή σανδαλιών. Είχε να κάνει με τη διαφύλαξη ενός ονόματος, μιας μνήμης και ενός τρόπου να στέκεσαι μέσα στον κόσμο.
Ο Παντελής ακολούθησε τον δικό του καλλιτεχνικό δρόμο. Σπούδασε στη Φλωρεντία και στη Νέα Υόρκη, πήρε τα πτυχία του από το Parsons School of Design, ζωγράφισε, σχεδίασε σκηνικά και κοστούμια για το θέατρο και για το Ελληνικό Κέντρο Πολιτισμού της Νέας Υόρκης, έγραψε και γράφει θεατρικά και ποίηση και έζησε στο εξωτερικό. Όμως το νήμα δεν κόπηκε ποτέ.
Όταν ήρθε η ώρα, επέστρεψε όχι απλώς για να αναλάβει ένα μαγαζί, αλλά για να συνεχίσει μια οικογενειακή κληρονομιά. Αυτό που πέρασε στα χέρια του δεν ήταν μόνο δέρματα, εργαλεία, σχέδια ή πελάτες. Ήταν η φήμη του ονόματος Μελισσινός, η ιστορία του Ποιητή-Σανδαλοποιού, το αρχείο μιας ολόκληρης ζωής και η ευθύνη να συνεχίσει την παράδοση στην τέχνη και στο σανδάλι χωρίς να την προδώσει — να συνεχίσει το έπος μας.

Επέστρεψε επίσης για να σταθεί δίπλα μας, στους ηλικιωμένους πια γονείς του, καθώς, ειδικά τώρα, η σελίδα της ζωής μας γυρίζει σ’ ένα δύσκολο κεφάλαιο, με το Αλτσχάιμερ της μητέρας του να θολώνει σιγά σιγά τη μνήμη της.
Ας επιστρέψω όμως στους αξιοσημείωτους ανθρώπους που πέρασαν το κατώφλι μου. Ο καθένας τους εμφανιζόταν για λίγο, σχεδόν σαν guest star στη μικρή αθηναϊκή σκηνή που είχε γίνει το εργαστήριό μου. Οι Beatles δεν ήταν οι μόνοι. Joseph Cotten, Gary Cooper, Sophia Loren, Michel Piccoli, Anthony Quinn, Rudolf Nureyev, Barbra Streisand — και πολλοί άλλοι, τα ονόματα των οποίων δεν θυμάμαι πια — έγιναν όλοι μέρος της ιστορίας του εργαστηρίου.
Στα τέλη της δεκαετίας του 1960 μπήκε στη ζωή μου — αλλά και στη ζωή του εργαστηρίου — η Jackie Onassis, με τρόπο που δεν ξέχασα ποτέ. Σε μία από τις επισκέψεις της στη γραφική μας γειτονιά, την Πλάκα, είχα την ευκαιρία να της μιλήσω. Δέχτηκε την ποίησή μου με καλοσύνη και κατάλαβε πως ο χώρος μου δεν ήταν απλώς ένα κατάστημα. Ήταν κομμάτι της ζωντανής μνήμης της Αθήνας.

Όταν της είπα πως η περιοχή κινδύνευε με κατεδάφιση εξαιτίας κυβερνητικών σχεδίων, η άμεση υποστήριξή της βοήθησε να σωθούν όχι μόνο το εργαστήριό μου αλλά και τα γειτονικά καταστήματα της περιοχής του Μοναστηρακίου. Της έμεινα βαθιά ευγνώμων γι’ αυτό, ενώ οι καταστηματάρχες της περιοχής λίγο έλειψε να μου στήσουν άγαλμα. Η Jackie είδε αυτό που οι γραφειοκράτες συχνά αδυνατούν να δουν: πως μια πόλη δεν αποτελείται μόνο από ακίνητα, πέτρες και δρόμους, αλλά από ανθρώπινες ιστορίες, τόπους, φωνές, χέρια, συνήθειες και μνήμες.
Πάντα πίστευα πως το εμπόριο χωρίς πολιτισμό είναι φτώχεια, ακόμη κι όταν αποφέρει χρήματα.
Ένα κατάστημα μπορεί να είναι απλώς ένας χώρος εμπορίου ή μπορεί επίσης να γίνει ένα μικρό θέατρο πολιτισμού.
Εγώ ήθελα το δικό μου να είναι το δεύτερο. Έγραφα ποιήματα στα μικρά ημερήσια διαλείμματα. Συζητούσα με τους επισκέπτες. Μετρούσα πόδια. Διαφωνούσα, γελούσα, παρατηρούσα και έφτιαχνα σανδάλια.
Δεν ένιωθα μοιρασμένος ανάμεσα στην ποίηση και την τέχνη του τεχνίτη. Για μένα ήταν η ίδια πράξη. Ένα ποίημα φτιάχνεται με τα χέρια. Και ένα σανδάλι, όταν είναι αληθινό, είναι κι αυτό ένα ποίημα.
Γι’ αυτό και ποτέ δεν θεώρησα το εργαστήριό μου μια εμπορική επιχείρηση με τη συνηθισμένη έννοια. Ήταν το προσωπικό μου βήμα, ένας τόπος απ’ όπου μπορούσα να εκφράζω ιδέες, οι οποίες κάποιες φορές δεν άρεσαν στο κατεστημένο της εποχής. Ήταν χτισμένο από χέρια, ποιήματα, φιλίες, επισκέπτες, φωτογραφίες, βιβλία, συζητήσεις και αμέτρητα ζευγάρια σανδάλια που έφυγαν από την Αθήνα και περπάτησαν στον κόσμο.
Αν τα σανδάλια μου ταξίδεψαν πιο μακριά από εμένα, αν τα ποιήματά μου βρήκαν αναγνώστες σε τόπους που δεν είδα ποτέ, αν οι άνθρωποι θυμούνται το μικρό εργαστήριο ως κάτι περισσότερο από ένα μαγαζί, τότε είμαι ικανοποιημένος.
Εξέδωσα πολλά βιβλία λυρικής ποίησης, επηρεασμένος από τον ρομαντισμό του Ομάρ Καγιάμ, τη φιλοσοφία, την ελληνική ιστορία και την ηρωική φαντασία. Η ποίησή μου μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες στο εξωτερικό. Έργα μου μπήκαν στις βιβλιοθήκες του Harvard και της Oxford και παρουσιάστηκα από μεγάλα τηλεοπτικά δίκτυα και μέσα ενημέρωσης σε όλο τον κόσμο. Το Ρουμπαγιάτ μου, γραμμένο το 1959, ύμνησε τη ζωή μέσα από 127 τετράστιχα, με το κρασί ως σύμβολό της, και εντάχθηκε στη διδακτέα ύλη αρκετών αμερικανικών πανεπιστημίων.
Με αποκάλεσαν Ποιητή-Σανδαλοποιό της Αθήνας. Δεν ήταν ένας τίτλος που επινόησα για λόγους μάρκετινγκ. Ήταν η αλήθεια της ζωής μου. Τον τίτλο μού τον έδωσαν οι άνθρωποι και οι δημοσιογράφοι που άρχισαν να γράφουν για μένα. Έφτιαχνα σανδάλια σαν ποιητής και έγραφα ποιήματα σαν τεχνίτης. Ανάμεσα στα δύο έζησα.
Σταύρος Μελισσινός / Αθήνα 2004











