ΣΤΑΥΡΟΣ ΜΕΛΙΣΣΙΝΟΣ

Αυτοβιογραφικό Σημείωμα

Ο Σταύρος Μελισσηνός με τη σύζυγό του Σοφία
Ο Σταύρος Μελισσηνός με τη σύζυγό του Σοφία

Κατόπιν προτροπής του γιου μου, Παντελή, ο οποίος αυτή την περίοδο, εν μέσω των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας του 2004, αναλαμβάνει να συνεχίσει το έργο και την παρακαταθήκη μου, κάθομαι να γράψω αυτό το σύντομο αυτοβιογραφικό σημείωμα.

Κάνω μια επισκόπηση της ζωής μου σε μια περίοδο αιφνίδιας αποχώρησης από την ενεργό δράση, μιας και η πρόσφατη έξωσή μου από το ιστορικό μαγαζί της οδού Πανδρόσου, όπου ο πατέρας μου είχε στήσει την επιχείρησή μας το 1920, σήμανε και τη δική μου ακούσια συνταξιοδότηση. Ίσως, όμως, είναι για το καλύτερο, τώρα που η αγαπημένη μου Σοφία, η γυναίκα μου και συναγωνίστρια όλα αυτά τα χρόνια, έχει αρχίσει σιγά σιγά να χάνεται στα σκοτεινά μονοπάτια του Αλτσχάιμερ.

Στρέφω το βλέμμα προς τα πίσω και αναλογίζομαι το πώς η ζωή με οδήγησε από τις σπουδές μου στον κινηματογράφο, που είχα ήδη ξεκινήσει, σε μια διαφορετική επαγγελματική και καλλιτεχνική πορεία με αρχαιοελληνικά σανδάλια και ποίηση.

Κι όλα αυτά μέσα στο μικρό οικογενειακό εργαστήριο, που έμελλε να γίνει η δική μου θεατρική σκηνή επί σχεδόν 50 χρόνια.

Γεννήθηκα στην οδό Ποικίλης 6, στην Πλάκα, την παλιά συνοικία της Αθήνας, στις 10 Σεπτεμβρίου 1929, σε μια οικογένεια όπου η μυρωδιά του δέρματος ήταν τόσο οικεία όσο και η μουσικότητα των ποιητικών στίχων.

Ο πατέρας μου, Γιώργος Μελισσινός, ήταν δεξιοτέχνης υποδηματοποιός. Ο θείος μου Μιχάλης, δίδυμος αδελφός του, ήταν ποιητής. Οι δυο τους — μαζί με την ευρύτερη οικογενειακή παράδοση, που κουβαλούσε μνήμες από ένα ιστορικό παρελθόν στην Κρήτη και τους στίχους του Ερωτόκριτου του Κρητικού ποιητή της Ενετοκρατίας Βιτσέντζου Κορνάρου — μου έδωσαν, ίσως χωρίς να το γνωρίζουν, το πεπρωμένο μου: το χέρι του τεχνίτη και την ψυχή του ποιητή.

Ο Σταύρος Μελισσηνός ως νεαρός αξιωματικός του Ελληνικού Στρατού — ένα σπάνιο πορτρέτο από το ιδιωτικό αρχείο του θρυλικού Ποιητή Σανδαλοποιού της Αθήνας και τη συλλογή της οικογένειας Μελισσηνού.

Η μητέρα μου, που καταγόταν από την οικογένεια Τσέλιου, με προγόνους ήρωες της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, ονειρευόταν να με δει στρατηγό. Έτσι τουλάχιστον μου έλεγαν, γιατί εγώ δεν τη γνώρισα ποτέ. Πέθανε λίγο μετά τη γέννησή μου. Μεγαλώνοντας, όμως, στη μεταπολεμική Ελλάδα και βλέποντας ταινίες του Χόλυγουντ, εγώ ονειρευόμουν τον κινηματογράφο. Ήθελα εικόνες, δράμα, δράση, κίνηση, ιστορίες, φως. Δεν είχα σκεφτεί ποτέ να γίνω σανδαλοποιός. Όμως η ζωή γράφει τα δικά της σενάρια και, καμιά φορά, μας γυρίζει ακριβώς εκεί απ’ όπου προσπαθήσαμε να ξεφύγουμε.

Επειδή ήμουν μοναχοπαίδι, ανέπτυξα έναν ιδιαίτερο δεσμό με τον πατέρα μουμια ηρωική μορφή, που έχαιρε μεγάλης εκτίμησης στην αθηναϊκή κοινωνία. Αργότερα νυμφεύθηκε τη Μαριάνθη Ακριθάκη, μια στοργική γυναίκα που φρόντισε να μάθω απ’ έξω ολόκληρο τον Ερωτόκριτο. Κι εκείνη, όμως, έφυγε νωρίς.

Μετά τη θητεία μου στον στρατό, σχεδίαζα να ακολουθήσω καριέρα σκηνοθέτη. Όμως ο θάνατος του πατέρα μου, το 1955, άλλαξε την πορεία της ζωής μου.

Ήμουν ήδη νυμφευμένος με τη Σοφία, την όμορφη μούσα μου, όταν μπήκα στο εργαστήριό του με ανάμεικτα συναισθήματα. Εκεί, ανάμεσα σε δέρματα, εργαλεία, σκόνη και αναμνήσεις, άρχισα να ανακαλύπτω πως κι ένα μικρό μαγαζί στην Αθήνα μπορούσε να γίνει σκηνή — και πως ίσως εκεί θα έπαιζα τελικά τον δικό μου ρόλο στη ζωή.

Δεν ήθελα να φτιάχνω συνηθισμένα παπούτσια. Προσπαθώντας να καταλάβω ποιος έπρεπε να είναι ο δικός μου δρόμος, συνέχιζα την παλιά συνήθεια από τα παιδικά μου χρόνια: να γράφω ποίηση.

Τα αόριστα επαγγελματικά μου σχέδια άρχισαν να παίρνουν πιο συγκεκριμένη μορφή όταν μια Αγγλίδα χορογράφος πέρασε την πόρτα μου και μου ζήτησε μερικά ζευγάρια αρχαιοελληνικά σανδάλια για το χορευτικό της συγκρότημα. Στην αρχή, απορροφημένος στους στίχους μου, αρνήθηκα. Όμως η γυναίκα μου, η Σοφία, με την πρακτική και επιχειρηματική της φύση, το θεώρησε σημάδι της μοίρας και δεν μου άφησε πολλά περιθώρια. Έτσι ανέλαβα τη δουλειά με μεγάλο ζήλο.

Τότε κατάλαβα πως το να γράφω ποίηση και ταυτόχρονα να δημιουργώ κάτι παραδοσιακά ελληνικό, κάτι αρχαίο αλλά συγχρόνως ζωντανό — κάτι που θα μπορούσε να είναι η δική μου μικρή προσφορά στη χώρα που τόσο βαθιά αγαπούσα — ίσως ήταν τελικά ο δικός μου δρόμος στη ζωή.

Το ιστορικό εργαστήριο ελληνικών σανδαλιών Μελισσηνός «Ο Ποιητής», στην οδό Πανδρόσου 89, στην Πλάκα της Αθήνας — το κατάστημα όπου ο πατέρας του Σταύρου Μελισσηνού, ο Γεώργιος Μελισσηνός, ίδρυσε την οικογενειακή επιχείρηση το 1920.

Το αρχαίο σανδάλι δεν ήταν απλώς ένα υπόδημα. Ήταν η μορφή ενός ολόκληρου πολιτισμού. Ανήκε στην ιστορία, στην παράδοση, στο θέατρο, στη μυθολογία, στον δρόμο, στο ανθρώπινο σώμα και στον ήλιο.

Όταν άρχισα να κατασκευάζω σανδάλια εμπνευσμένα από αρχαιοελληνικές φόρμες, δεν αντέγραφα το παρελθόν. Το ξανάφερνα στα πόδια του σύγχρονου ανθρώπου. Κάποιοι με πέρασαν για τρελό, αλλά η μεγάλη επιτυχία που ακολούθησε γρήγορα τους έπεισε για το αντίθετο.

Η φιλοσοφία μου ήταν απλή: το σανδάλι πρέπει να φτιάχνεται στο χέρι, να προσαρμόζεται στον συγκεκριμένο άνθρωπο και να γεννιέται μέσα στο εργαστήριο. Το ανθρώπινο πόδι δεν είναι μια τυποποιημένη βιομηχανική μέτρηση. Έχει χαρακτήρα. Έχει μνήμη. Έχει τη δική του προσωπικότητα και αξιοπρέπεια. Δεν μπορεί απλώς να φυλακίζεται μέσα σ’ ένα παπούτσι.

Γι’ αυτό και ποτέ δεν θέλησα να μετατρέψω τη δουλειά μου σε μαζική παραγωγή. Πολλοί ήθελαν να πουλήσω το όνομά μου, να κάνω την επιχείρηση franchise, να γίνουν τα σανδάλια απρόσωπα και επικερδή με τη συνηθισμένη εμπορική έννοια. Αρνήθηκα. Δεν ήθελα το όνομά μου να γίνει μια ετικέτα χωρίς ψυχή. Προτιμούσα έναν αληθινό πελάτη να στέκεται μπροστά μου παρά χίλια ζευγάρια να κατασκευάζονται χωρίς εμένα — ιδιαίτερα όταν μπορούσα παράλληλα να του απαγγείλω στίχους από τη φιλοσοφική ποίησή μου και να ανταλλάξουμε απόψεις και ιδέες σαν Αθηναίοι μιας άλλης εποχής.

Ο Σταύρος Μελισσηνός με τον γιο του Παντελή στην Ακρόπολη της Αθήνας, σε μία από τις επισκέψεις τους στο παλιό Μουσείο της Ακρόπολης, όπου ο Σταύρος μελετούσε τον σχεδιασμό των αρχαιοελληνικών σανδαλιών.

Με τον καιρό, ο κόσμος άρχισε να αναζητά το μικρό μου εργαστήριο.

Καλλιτέχνες, ποιητές, ηθοποιοί, χορευτές, χίπηδες, βασίλισσες αλλά και άνθρωποι χωρίς κανέναν τίτλο — που συχνά ήταν ακόμη καλύτεροι — περνούσαν την πόρτα του εργαστηρίου μου. Διάσημοι και άγνωστοι κάθονταν στις ίδιες παλιές καρέκλες που είχα κρατήσει από τον καιρό του πατέρα μου, περιμένοντας όλοι το ίδιο πράγμα: ένα ζευγάρι χειροποίητα σανδάλια, φτιαγμένα στα μέτρα τους από τα δικά μου χέρια.

Μια μέρα μπήκαν στο εργαστήριό μου οι Beatles. Είχαν έρθει για να γνωρίσουν τον ποιητή και σανδαλοποιό της Αθήνας και για να τους φτιάξω τα σανδάλια τους πριν φύγουν για τα ελληνικά νησιά. Τους είχαν μιλήσει για μένα, για την ποίησή μου και για τα σανδάλια μου. Μπήκαν μέσα με μια αθωότητα και έναν κωμικό ρυθμό, σχεδόν σαν τους Επτά Νάνους από την ταινία του Walt Disney. Στο μαγαζί μου, ακόμη και οι θρύλοι έκαναν ένα είδος προσκυνήματος… για ένα ζευγάρι σανδάλια.

Ο Σταύρος Μελισσηνός με τον μικρό γιο του, Παντελή Μελισσηνό — ο ποιητής σανδαλοποιός δίπλα στη μελλοντική τρίτη γενιά της οικογενειακής παράδοσης.

Χρόνια αργότερα, ο γιος μου Παντελής με ρώτησε γιατί δεν είχα ζητήσει αυτόγραφα από τους Beatles. Του απάντησα μεταξύ σοβαρού και αστείου: «Το έργο μου θα βρίσκεται ακόμη εδώ όταν εκείνοι θα έχουν πια φύγει.» Αυτό που εννοούσα ήταν απλό. Μέσα από το λογοτεχνικό και το χειροτεχνικό μου έργο, προσπαθούσα να δημιουργήσω κάτι που θα επιβίωνε περισσότερο από τον θόρυβο της στιγμής.

Ο Παντελής μεγάλωσε μέσα σ’ αυτόν τον κόσμο, που λάτρευε, και βρισκόταν πάντοτε δίπλα μου μέσα από τα κοινά μας ενδιαφέροντα. Το δημοτικό του σχολείο ήταν μόλις ένα τετράγωνο μακριά από το εργαστήριό μου και κοντά στο σπίτι όπου γεννήθηκα, δίπλα στην Αρχαία Αγορά της Αθήνας. Για εκείνον το εργαστήριο δεν ήταν μια επαγγελματική διεύθυνση, αλλά ένας ζωντανός, παραμυθένιος τόπος όπου λάμβαναν χώρα μαγικά πράγματα. Αγαπούσε το δέρμα, τα εργαλεία, τους επισκέπτες, το καθημερινό θέατρο της δουλειάς, το χάος, το χιούμορ, την κούραση και την περηφάνια.

Μετά το σχολείο ερχόταν πάντα να βοηθήσει — αν και κατά καιρούς μου θύμιζε περισσότερο τον Ντένις τον Τρομερό. Τριγύριζε συνεχώς στα πόδια μου, υπερκινητικός σαν μέλισσα που δεν σταματά ποτέ. Όμως τον άφησα να δεθεί με αυτό το όνειρο, όπως ακριβώς ο δικός μου πατέρας είχε αφήσει κι εμένα να δεθώ με το εργαστήριο. Ανάμεσά μας υπήρχε πάντοτε κάτι περισσότερο από τη συνηθισμένη σχέση πατέρα και γιου. Υπήρχε μια σιωπηλή μαθητεία, όχι μόνο στην τεχνική αλλά και στο πνεύμα.

Αυτή η μαθητεία δεν περιορίστηκε μόνο στο εργαστήριο. Από πολύ μικρή ηλικία, ο Παντελής έγινε πολύτιμος συνεργάτης και στο λογοτεχνικό μου έργο, φιλοτεχνώντας εικονογραφήσεις για αρκετές από τις ποιητικές μου συλλογές. Αργότερα, καθώς μεγάλωνε και καλλιεργούσε όλο και περισσότερο τη γνώση της αγγλικής γλώσσας, η συμβολή του πήρε μια νέα μορφή: άρχισε να μεταφράζει στα αγγλικά ποιήματα και ποιητικές συλλογές μου, βοηθώντας έτσι το έργο μου να φτάσει και σε αναγνώστες έξω από την Ελλάδα.

Έτσι, η συνεργασία μας ξεπέρασε από νωρίς τα όρια της σανδαλοποιίας και αγκάλιασε την ποίηση, τη ζωγραφική, τη γλώσσα και τις τέχνες που αποτελούσαν πάντοτε μέρος της οικογενειακής μας ζωής.

Χαιρόμουν που καταλάβαινε πως το εργαστήριο δεν είχε να κάνει μόνο με την κατασκευή σανδαλιών. Είχε να κάνει με τη διαφύλαξη ενός ονόματος, μιας μνήμης και ενός τρόπου να στέκεσαι μέσα στον κόσμο.

Ο Παντελής ακολούθησε τον δικό του καλλιτεχνικό δρόμο. Σπούδασε στη Φλωρεντία και στη Νέα Υόρκη, πήρε τα πτυχία του από το Parsons School of Design, ζωγράφισε, σχεδίασε σκηνικά και κοστούμια για το θέατρο και για το Ελληνικό Κέντρο Πολιτισμού της Νέας Υόρκης, έγραψε και γράφει θεατρικά και ποίηση και έζησε στο εξωτερικό. Όμως το νήμα δεν κόπηκε ποτέ.

Όταν ήρθε η ώρα, επέστρεψε όχι απλώς για να αναλάβει ένα μαγαζί, αλλά για να συνεχίσει μια οικογενειακή κληρονομιά. Αυτό που πέρασε στα χέρια του δεν ήταν μόνο δέρματα, εργαλεία, σχέδια ή πελάτες. Ήταν η φήμη του ονόματος Μελισσινός, η ιστορία του Ποιητή-Σανδαλοποιού, το αρχείο μιας ολόκληρης ζωής και η ευθύνη να συνεχίσει την παράδοση στην τέχνη και στο σανδάλι χωρίς να την προδώσει — να συνεχίσει το έπος μας.

Ο Σταύρος και η Σοφία Μελισσηνού στο νέο τους εργαστήριο στην Αθήνα, κατά τη διάρκεια των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004, καθώς η Σοφία άρχιζε να βιώνει τις επιπτώσεις της νόσου Αλτσχάιμερ. Φωτογραφία: Παντελής Μελισσηνός.

Επέστρεψε επίσης για να σταθεί δίπλα μας, στους ηλικιωμένους πια γονείς του, καθώς, ειδικά τώρα, η σελίδα της ζωής μας γυρίζει σ’ ένα δύσκολο κεφάλαιο, με το Αλτσχάιμερ της μητέρας του να θολώνει σιγά σιγά τη μνήμη της.

Ας επιστρέψω όμως στους αξιοσημείωτους ανθρώπους που πέρασαν το κατώφλι μου. Ο καθένας τους εμφανιζόταν για λίγο, σχεδόν σαν guest star στη μικρή αθηναϊκή σκηνή που είχε γίνει το εργαστήριό μου. Οι Beatles δεν ήταν οι μόνοι. Joseph Cotten, Gary Cooper, Sophia Loren, Michel Piccoli, Anthony Quinn, Rudolf Nureyev, Barbra Streisand — και πολλοί άλλοι, τα ονόματα των οποίων δεν θυμάμαι πια — έγιναν όλοι μέρος της ιστορίας του εργαστηρίου.

Στα τέλη της δεκαετίας του 1960 μπήκε στη ζωή μου — αλλά και στη ζωή του εργαστηρίου — η Jackie Onassis, με τρόπο που δεν ξέχασα ποτέ. Σε μία από τις επισκέψεις της στη γραφική μας γειτονιά, την Πλάκα, είχα την ευκαιρία να της μιλήσω. Δέχτηκε την ποίησή μου με καλοσύνη και κατάλαβε πως ο χώρος μου δεν ήταν απλώς ένα κατάστημα. Ήταν κομμάτι της ζωντανής μνήμης της Αθήνας.

Ο Σταύρος Μελισσηνός με τον γιο του, Παντελή Μελισσηνό, μέσα στο νέο εργαστήριο χειροποίητων ελληνικών σανδαλιών Μελισσηνός στην Αθήνα — συνεχίζοντας την οικογενειακή παράδοση της δερματοτεχνίας, της ποίησης και των ελληνικών σανδαλιών.

Όταν της είπα πως η περιοχή κινδύνευε με κατεδάφιση εξαιτίας κυβερνητικών σχεδίων, η άμεση υποστήριξή της βοήθησε να σωθούν όχι μόνο το εργαστήριό μου αλλά και τα γειτονικά καταστήματα της περιοχής του Μοναστηρακίου. Της έμεινα βαθιά ευγνώμων γι’ αυτό, ενώ οι καταστηματάρχες της περιοχής λίγο έλειψε να μου στήσουν άγαλμα. Η Jackie είδε αυτό που οι γραφειοκράτες συχνά αδυνατούν να δουν: πως μια πόλη δεν αποτελείται μόνο από ακίνητα, πέτρες και δρόμους, αλλά από ανθρώπινες ιστορίες, τόπους, φωνές, χέρια, συνήθειες και μνήμες.

Πάντα πίστευα πως το εμπόριο χωρίς πολιτισμό είναι φτώχεια, ακόμη κι όταν αποφέρει χρήματα.

Ένα κατάστημα μπορεί να είναι απλώς ένας χώρος εμπορίου ή μπορεί επίσης να γίνει ένα μικρό θέατρο πολιτισμού.

Εγώ ήθελα το δικό μου να είναι το δεύτερο. Έγραφα ποιήματα στα μικρά ημερήσια διαλείμματα. Συζητούσα με τους επισκέπτες. Μετρούσα πόδια. Διαφωνούσα, γελούσα, παρατηρούσα και έφτιαχνα σανδάλια.

Δεν ένιωθα μοιρασμένος ανάμεσα στην ποίηση και την τέχνη του τεχνίτη. Για μένα ήταν η ίδια πράξη. Ένα ποίημα φτιάχνεται με τα χέρια. Και ένα σανδάλι, όταν είναι αληθινό, είναι κι αυτό ένα ποίημα.

Γι’ αυτό και ποτέ δεν θεώρησα το εργαστήριό μου μια εμπορική επιχείρηση με τη συνηθισμένη έννοια. Ήταν το προσωπικό μου βήμα, ένας τόπος απ’ όπου μπορούσα να εκφράζω ιδέες, οι οποίες κάποιες φορές δεν άρεσαν στο κατεστημένο της εποχής. Ήταν χτισμένο από χέρια, ποιήματα, φιλίες, επισκέπτες, φωτογραφίες, βιβλία, συζητήσεις και αμέτρητα ζευγάρια σανδάλια που έφυγαν από την Αθήνα και περπάτησαν στον κόσμο.

Αν τα σανδάλια μου ταξίδεψαν πιο μακριά από εμένα, αν τα ποιήματά μου βρήκαν αναγνώστες σε τόπους που δεν είδα ποτέ, αν οι άνθρωποι θυμούνται το μικρό εργαστήριο ως κάτι περισσότερο από ένα μαγαζί, τότε είμαι ικανοποιημένος.

Εξέδωσα πολλά βιβλία λυρικής ποίησης, επηρεασμένος από τον ρομαντισμό του Ομάρ Καγιάμ, τη φιλοσοφία, την ελληνική ιστορία και την ηρωική φαντασία. Η ποίησή μου μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες στο εξωτερικό. Έργα μου μπήκαν στις βιβλιοθήκες του Harvard και της Oxford και παρουσιάστηκα από μεγάλα τηλεοπτικά δίκτυα και μέσα ενημέρωσης σε όλο τον κόσμο. Το Ρουμπαγιάτ μου, γραμμένο το 1959, ύμνησε τη ζωή μέσα από 127 τετράστιχα, με το κρασί ως σύμβολό της, και εντάχθηκε στη διδακτέα ύλη αρκετών αμερικανικών πανεπιστημίων.

Με αποκάλεσαν Ποιητή-Σανδαλοποιό της Αθήνας. Δεν ήταν ένας τίτλος που επινόησα για λόγους μάρκετινγκ. Ήταν η αλήθεια της ζωής μου. Τον τίτλο μού τον έδωσαν οι άνθρωποι και οι δημοσιογράφοι που άρχισαν να γράφουν για μένα. Έφτιαχνα σανδάλια σαν ποιητής και έγραφα ποιήματα σαν τεχνίτης. Ανάμεσα στα δύο έζησα.

Σταύρος Μελισσινός / Αθήνα 2004

ΣΤΑΥΡΟΣ ΜΕΛΙΣΣΙΝΟΣ: Ο Ποιητής Σανδαλοποιός της Αθήνας

Ένας Θρύλος Πριν από τον Θρύλο

Πολύ πριν ο Σταύρος Μελισσινός γίνει ο άνθρωπος που ο κόσμος θα γνώριζε ως τον Ποιητή Σανδαλοποιό της Αθήνας, το όνομά του έφερε ήδη το βάρος της ιστορίας.

Η Γενιά των Μελισσηνών (Μελισσινών)

Ο Σταύρος Μελισσηνός, ο Ποιητής Σανδαλοποιός της Αθήνας, γράφει στίχους στο γραφείο του, περιτριγυρισμένος από βιβλία και έργα τέχνης.

Ο Σταύρος καταγόταν από τον μεσαιωνικό βυζαντινό οίκο των Μελισσηνών, μια οικογένεια της οποίας η ιστορία εκτείνεται από τον 8ο αιώνα έως σήμερα και περιλαμβάνει στρατηγούς, διοικητές, αυτοκρατορικούς αξιωματούχους, πατριάρχες, τον αυτοκράτορα Νικηφόρο Μελισσηνό (περ. 1045–1104) —αν και διεκδικητή του θρόνου— και μερικές από τις σημαντικότερες προσωπικότητες της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Ανάμεσά τους ήταν η Μαρία Μελισσηνή (περ. 1080–μετά το 1136), η περίφημη Δούκισσα των Αθηνών, της οποίας το όνομα έγινε μέρος της μεσαιωνικής ιστορίας της πόλης.

Η Δική του Μικρή Αυτοκρατορία

Αν και ο Σταύρος Μελισσινός δεν περπάτησε ποτέ στους σκιερούς διαδρόμους της Ανατολικής Ρωμαϊκής αυλής ούτε βάδισε σε αυτοκρατορικά πεδία μαχών, ήταν προορισμένος να δημιουργήσει τον δικό του θρύλο — σε μια πολύ μικρότερη αυτοκρατορία: το εργαστήριο σανδαλιών του στην Αθήνα.
Εκεί, μέσα στη μυρωδιά του δέρματος, στον ρυθμό των χειροκίνητων εργαλείων και ανάμεσα σε τοίχους καλυμμένους με ποίηση, μετέτρεψε μια αρχαία τέχνη σε διαχρονικό σύμβολο της ελληνικής πρωτεύουσας.

Ο Σταύρος Μελισσηνός, ο θρυλικός Ποιητής Σανδαλοποιός της Αθήνας, εργάζεται με τα χέρια στο ιστορικό εργαστήριο σανδαλιών του στην Πλάκα — διαφυλάσσοντας την τέχνη των χειροποίητων ελληνικών σανδαλιών και την παράδοση της οικογένειας Μελισσηνού.

Τα Όπλα του

Τα όπλα του ήταν το δέρμα, η ποίηση, η ευστροφία και η γοητεία.
Από τα μέσα της δεκαετίας του 1950 έως τις αρχές της δεκαετίας του 2000, το λιτό εργαστήριό του έγινε τόπος προσκυνήματος για ταξιδιώτες, καλλιτέχνες, συγγραφείς, μουσικούς, ηθοποιούς, γαλαζοαίματους και διασημότητες από ολόκληρο τον κόσμο. Έφθαναν αναζητώντας χειροποίητα σανδάλια· έφευγαν παίρνοντας μαζί τους μια ιστορία.

Από την Κρήτη στην Αθήνα

Ο κρητικός κλάδος από τον οποίο καταγόταν ο Σταύρος εγκατέλειψε το νησί τον δέκατο έβδομο αιώνα, μετά την οθωμανική κατάκτηση της Κρήτης από τους Βενετούς. Αφήνοντας πίσω κτήματα και οχυρά, πέρασαν αρχικά στη Νάξο και την Τήνο, προτού εγκατασταθούν, έως τα τέλη του δέκατου όγδοου αιώνα, στην Αθήνα — μια πόλη αρχαία, εξαντλημένη, πληγωμένη και ένδοξη.

Γεννημένος στην Πλάκα

Η Πλάκα, η παλιά συνοικία της Αθήνας όπου γεννήθηκε ο Σταύρος, ήταν κάτι περισσότερο από τόπος γέννησης. Ήταν μια ατμόσφαιρα. Τα στενά δρομάκια της, τα παλιά σπίτια, οι καμπάνες των εκκλησιών, τα ερείπια και οι πέτρες έμοιαζαν να κρατούν μέσα τους τη μνήμη ποιητών, φιλοσόφων, εμπόρων, τεχνιτών και περιπλανώμενων. Μέσα σε αυτό το σκηνικό, ο μελλοντικός Ποιητής Σανδαλοποιός άνοιξε για πρώτη φορά τα μάτια του στον κόσμο.

Μια Οικογένεια Τέχνης και Εμπορίου

Η οικογενειακή του ιστορία ήταν μια ιστορία μετακίνησης, τέχνης, εμπορίου και διάκρισης. Ο παππούς του, που ονομαζόταν επίσης Σταύρος, και η γιαγιά του Ζαφείρω ήταν έμποροι ναυτιλιακών ειδών που συνδέονταν με τον εξοπλισμό πλοίων — έναν κόσμο από σχοινιά, ξύλο, καραβόπανο, μέταλλο και την πρακτική ποίηση της θάλασσας.

Το Εργαστήριο Υποδηματοποιίας

Ο γιος τους Γεώργιος, πατέρας του Σταύρου, ίδρυσε στην Αθήνα το 1920 μια επιχείρηση υποδηματοποιίας μαζί με τον ετεροζυγωτικό δίδυμο αδελφό του Μιχαήλ, ποιητή και συγγραφέα, του οποίου η λογοτεχνική προοπτική διακόπηκε από πολεμικά γεγονότα στη Βόρεια Ελλάδα. Το οικογενειακό εργαστήριο θα γινόταν η σκηνή όπου συναντήθηκαν η τέχνη, η ποίηση και η αθηναϊκή ζωή.

Η MELCO και η Ευρύτερη Οικογένεια

Ένας ακόμη αδελφός, ο Παναγιώτης, ίδρυσε τη MELCO (Melissinos Corporation), μια εταιρεία που κατασκεύαζε ψυγεία πάγου και οικιακές συσκευές. Τιμήθηκε για τα επιτεύγματά του στη βιομηχανία και υπήρξε επίσης οικονομικός υποστηρικτής του Ελευθερίου Βενιζέλου. Ένας άλλος αδελφός, ο Εμμανουήλ, μετανάστευσε στην Αμερική και πέθανε εκεί. Η οικογένεια περιλάμβανε επίσης τρεις αδελφές: τη Θεανώ, την Αικατερίνη και τη Βασιλική.

Ο Δήμος Τσέλιος-Φερεντίνος (1785–1854), διακεκριμένος αγωνιστής και ήρωας της Ελληνικής Επανάστασης, απεικονίζεται με την παραδοσιακή ενδυμασία της επαναστατικής εποχής. Ήταν ο προπάππος της Όλγας Τσέλιου, μητέρας του Σταύρου Μελισσηνού, του περίφημου Ποιητή Σανδαλοποιού της Αθήνας.

Επαναστατική Καταγωγή

Από την πλευρά της μητέρας του, ο Σταύρος καταγόταν από μια γενιά στρατηγών, με σημαντικότερο τον Δήμο Τσέλιο-Φερεντίνο, τον περίφημο αγωνιστή της Ελληνικής Επανάστασης από το Μεσολόγγι. Ο Τσέλιος-Φερεντίνος ήταν σύγχρονος του Λόρδου Βύρωνα, του ποιητή που ήρθε στην Ελλάδα όχι απλώς ως θαυμαστής, αλλά ως θυσία, πεθαίνοντας για την ελληνική ανεξαρτησία στις 19 Απριλίου 1824.

Ποίηση, Πόλεμος, Τέχνη και Μνήμη

Στον Σταύρο Μελισσηνό, λοιπόν, η ποίηση και ο πόλεμος, η τέχνη και η εξορία, το εμπόριο και η μνήμη είχαν ενωθεί πολύ πριν κόψει ποτέ μια λωρίδα δέρματος ή γράψει έναν στίχο.

Ο Στρατός και τα Πρώτα Ποιήματα

Μετά το σχολείο, σύμφωνα με την επιθυμία της μητέρας του, υπηρέτησε ως αξιωματικός στον Ελληνικό Στρατό. Εκεί, μέσα στην πειθαρχία των στρατώνων και της στρατιωτικής ζωής, άρχισε να γράφει τα πρώτα του ερωτικά ποιήματα. Η πραγματική τους παραλήπτρια ήταν η Σοφία, η γυναίκα που αργότερα θα γινόταν σύζυγός του, έμπνευσή του και μία από τις καθοριστικές δυνάμεις της ζωής του.

Σοφία: Σύζυγος και Κινητήρια Δύναμη

Η Σοφία καταγόταν από οικογένεια διεθνών επιχειρηματιών με εμπορικούς δεσμούς από την Αλεξάνδρεια έως την Οδησσό, και από έναν κύκλο διακεκριμένων προσωπικοτήτων που περιλάμβανε τον διάσημο θείο της, τον σχεδιαστή μόδας Jean Dessès. Θα γινόταν όχι μόνο σύντροφός του, αλλά και η πρακτική ευφυΐα στο πλευρό του ποιητή.

Κινηματογράφος, Όνειρα και Μοίρα

Ο στρατός δεν ταίριαζε στις φιλοδοξίες του Σταύρου. Άφησε πίσω του τη στρατιωτική ζωή και σπούδασε κινηματογράφο και τηλεόραση στη Σχολή Σταυράκου

Ο Σταύρος Μελισσηνός διαβάζει Μπέρτολτ Μπρεχτ μέσα στο ιστορικό εργαστήριο χειροποίητων ελληνικών σανδαλιών του στην Πλάκα της Αθήνας — περιτριγυρισμένος από βιβλία, αρχεία και ποίηση.

στην Αθήνα. Εκείνο που τον έλκυε ήταν ο κόσμος των εικόνων, της κίνησης, της μυθολογίας του Χόλιγουντ και της μαγείας της οθόνης. Όμως η μοίρα, συχνά ο πιο ευρηματικός σκηνοθέτης, άλλαξε το σενάριο. Το 1954, ο πατέρας του πέθανε ξαφνικά και ο Σταύρος ανέλαβε την οικογενειακή επιχείρηση.

Η Ζωή που Δεν Επέλεξε

Δεν ήταν η ζωή που είχε φανταστεί. Κι όμως, μερικές φορές η ζωή που δεν επιλέγουμε είναι εκείνη που αποκαλύπτει τον άνθρωπο.

Η Μεταπολεμική Ελλάδα

Η μεταπολεμική Ελλάδα ήταν φτωχή, πληγωμένη, πολιτικά ανήσυχη και οικονομικά αβέβαιη. Η ποίηση ήταν όμορφη, αλλά δεν μπορούσε να θρέψει ένα νοικοκυριό. Ο Σταύρος συνέχισε να γράφει, όμως η οικογενειακή επιχείρηση απαιτούσε πλέον τα χέρια του, την προσοχή του και την πειθαρχία του.

Η Καθοριστική Στροφή

Τότε ήρθε η στιγμή που θα άλλαζε την πορεία της ζωής του. Μια Βρετανίδα χορογράφος μπήκε στο κατάστημα και του ζήτησε να κατασκευάσει αρκετά ζευγάρια σανδαλιών εμπνευσμένων από την αρχαία Ελλάδα, παρόμοια με εκείνα που είχε κάποτε κατασκευάσει ο πατέρας του για το Εθνικό Θέατρο της Ελλάδας.

Η Πρακτική Σοφία της Σοφίας

Στην αρχή, ο Σταύρος αρνήθηκε. Ήταν απασχολημένος με τους στίχους του και δίσταζε να απομακρυνθεί από την ποίηση. Η Σοφία, ωστόσο,

Ο Σταύρος και η Σοφία Μελισσηνού στο παλιό τους κατάστημα στην Αθήνα, φωτογραφημένοι από τον Παντελή Μελισσηνό, το 1990.

κατανοούσε τόσο τον ποιητή όσο και τις πρακτικές πραγματικότητες γύρω του. Με καθαρό μυαλό, τον παρότρυνε να δεχθεί.

Έξι Ζευγάρια Σανδάλια

Το έκανε. Ο Σταύρος κατασκεύασε έξι ζευγάρια για τη χορογράφο και τοποθέτησε μερικά ακόμη στη βιτρίνα του καταστήματος. Μια πόρτα είχε ανοίξει.

Οι Τουρίστες τον Ανακαλύπτουν

Οι πρώτοι μεταπολεμικοί Αμερικανοί τουρίστες τα πρόσεξαν, ιδίως οι νεαρές γυναίκες και οι σύζυγοι Αμερικανών στρατιωτικών που υπηρετούσαν στην Ελλάδα. Θαύμασαν τα σανδάλια, τα αγόρασαν, τα φόρεσαν και διέδωσαν τη φήμη τους. Σύντομα, αντί να πάει ο Σταύρος στο Χόλιγουντ, ήρθε το Χόλιγουντ σε εκείνον.

Το Εργαστήριο των Διασήμων

Το μικρό αθηναϊκό εργαστήριό του άρχισε να προσελκύει προσωπικότητες από τον κόσμο του κινηματογράφου, της μουσικής, του χορού, της λογοτεχνίας και του διεθνούς τζετ σετ. Sophia Loren, Maria Callas, The Beatles, Jackie Onassis, Rudolf Nureyev, Margot Fonteyn, Anthony Quinn, George Peppard, Ursula Andress, Joseph Cotten, Gary Cooper, και πολλοί άλλοι πέρασαν από το κατάστημα.

Ο Σταύρος Μελισσηνός πουλά χειροποίητα ελληνικά σανδάλια σε έναν πελάτη μέσα στο ιστορικό εργαστήριο σανδαλιών του στην Πλάκα της Αθήνας — περιτριγυρισμένος από τη διαχρονική τέχνη και παράδοση των σανδαλιών Μελισσηνός.

Φωτεινά Πουλιά που Περνούσαν

Τα ονόματά τους περνούσαν από τον χώρο σαν φωτεινά πουλιά, αφήνοντας πίσω τους φωτογραφίες, ιστορίες, γέλια και την αχνή ευωδιά ενός άλλου κόσμου.

Ο Σταύρος Μελισσηνός προσαρμόζει σανδάλια σε έναν τουρίστα

Η Αναβίωση του Αρχαιοελληνικού Σανδαλιού

Μέσα από τα χέρια του, το αρχαιοελληνικό σανδάλι —που διαφορετικά θα μπορούσε να είχε παραμείνει μια μουσειακή ανάμνηση ή ένα θεατρικό αξεσουάρ— μπήκε ξανά στη σύγχρονη ζωή. Έγινε καλοκαίρι. Έγινε Αθήνα. Έγινε το βήμα της ελευθερίας. Ήταν ταπεινό και αριστοκρατικό μαζί, δημοκρατικό και θεϊκό. Μπορούσε να ανήκει σε έναν φοιτητή, μια χορεύτρια, έναν αστέρα του κινηματογράφου, μια βασίλισσα, έναν ταξιδιώτη ή έναν ποιητή. Ήταν φτιαγμένο από δέρμα, αλλά κουβαλούσε μύθο.

Ενάντια στις Διαδικτυακές Πωλήσεις και τη Μαζική Παραγωγή

Για τον Σταύρο Μελισσηνό, το σανδάλι δεν υπήρξε ποτέ ένα άψυχο προϊόν μαζικής παραγωγής. Παρότι Αμερικανοί επιχειρηματίες τού υποσχέθηκαν κάποτε ότι θα τον έκαναν πολυεκατομμυριούχο αν πουλούσε το όνομά του και παραχωρούσε την επιχείρηση ως franchise, εκείνος αρνήθηκε να μετατρέψει την τέχνη του σε μια απρόσωπη εμπορική φόρμουλα. Το ιδανικό του ήταν η επαφή από άνθρωπο σε άνθρωπο, η ποιότητα, η αναλογία και η καλλιτεχνική κατασκευή — εκείνο το είδος που υπάρχει μόνο στο πραγματικά χειροποίητο και κατά παραγγελία σανδάλι.
Κάθε ζευγάρι έπρεπε να ανταποκρίνεται σε ένα πραγματικό πόδι, ένα πραγματικό σώμα, έναν πραγματικό άνθρωπο. Η κατασκευή σανδαλιών δεν ήταν απλώς μια εμπορική συναλλαγή· ήταν μια εμπειρία για τον αγοραστή, που προσαρμοζόταν, διαμορφωνόταν, διορθωνόταν και ολοκληρωνόταν μέσα από την άμεση συνάντηση του τεχνίτη με εκείνον που θα τα φορούσε. Το έργο του στεκόταν απέναντι στην απρόσωπη λογική του έτοιμου προϊόντος και της μαζικής παραγωγής. Ανήκε, αντίθετα, σε μια παλαιότερη και ευγενέστερη παράδοση, όπου η τέχνη δεν ήταν βιομηχανία αλλά πολιτισμός.

Ο Ποιητής Σανδαλοποιός

Έτσι ο Σταύρος Μελισσηνός έγινε διεθνώς γνωστός ως ο Ποιητής Σανδαλοποιός της Αθήνας.

Στη Σκιά της Ακρόπολης

Το κατάστημά του βρισκόταν στη σκιά της Ακρόπολης, περιτριγυρισμένο από την ανήσυχη ζωή της παλιάς αγοράς: κάρα, πάγκους, μπρούτζινους δίσκους, αναμνηστικά, καρτ ποστάλ, αγάλματα της Αθηνάς, φωνές παζαριού, σκόνη και κίνηση. Γύρω του υπήρχε εμπόριο. Μέσα του υπήρχε πολιτισμός.

Ο Σταύρος Μελισσηνός προσαρμόζει σανδάλια σε έναν τουρίστα

Το Ζωντανό Εργαστήριο

Το ίδιο το εργαστήριο ήταν μικρό, ανεπιτήδευτο και διαρκώς ζωντανό. Ξένοι επισκέπτες, ντόπιοι πελάτες, καλλιτέχνες, διανοούμενοι και τακτικοί περαστικοί γέμιζαν τον χώρο. Κάποιοι έρχονταν για σανδάλια. Άλλοι έρχονταν για συζήτηση.

Δέρμα, Κόλλα και Συζήτηση

Ο αέρας ήταν γεμάτος από τη μυρωδιά του δέρματος και της κόλλας, τον ρυθμό των εργαλείων, την ένταση της εφαρμογής και τη σιωπηλή μεταμόρφωση της δοράς σε μορφή. Μέσα σε αυτό το λιτό περιβάλλον, ένας άνθρωπος με διεθνή φήμη συνέχιζε να ασκεί καθημερινά την τέχνη του με γλυκύτητα, πειθαρχία και ακρίβεια.

Ένας Μικρός Μύθος στην Πόλη των Μύθων

Ένα καναδικό άρθρο του 1978 τον αποκάλεσε «έναν μικρό θρύλο στην πόλη των θρύλων». Η φράση ήταν ακριβής. Ο Σταύρος δεν έμοιαζε με το μνημειακό είδος μύθου, χυμένο σε μπρούντζο και τοποθετημένο σε δημόσιες πλατείες.

Ένα Ανθρώπινο Είδος Μύθου

Ήταν κάτι θερμότερο και πιο ανθρώπινο: ένας ζωντανός μύθος καθισμένος ανάμεσα σε δερμάτινα λουριά και ποιήματα, να γελά ήσυχα και να προσαρμόζει σανδάλια σε ξένα πόδια, ενώ μιλούσε για λογοτεχνία, φιλοσοφία, θέατρο, μαθηματικά και κρασί.

Ο Ποιητής Πίσω από τον Τεχνίτη

Ο Σταύρος Μελισσηνός, ο Ποιητής Σανδαλοποιός της Αθήνας, προσποιείται παιχνιδιάρικα ότι παίζει ένα από τα πολλά μουσικά όργανα, κατά τη διάρκεια επίσκεψης στο εργαστήριο ενός φίλου του χίπη.

Η ποίηση παρέμεινε στο κέντρο της ζωής του. Είχε αρχίσει να γράφει το 1953 και, όταν οι δημοσιογράφοι άρχισαν να έρχονται για να του πάρουν συνέντευξη, είχε ήδη εκδώσει δέκα συλλογές, πολλές από τις οποίες είχαν μεταφραστεί στο εξωτερικό. Τα έργα του βρίσκονταν στις βιβλιοθήκες του Harvard και της Oxford.

Διεθνής Αναγνώριση

Είχε εμφανιστεί στο BBC, στα τρία μεγάλα αμερικανικά τηλεοπτικά δίκτυα, στο CTV και σε άλλα διεθνή μέσα ενημέρωσης. Έγραψε θεατρικά έργα, μετέφρασε σημαντικά λογοτεχνικά έργα στα ελληνικά και πίστευε βαθιά στον εκφραστικό πλούτο της ελληνικής γλώσσας.

Το Αθηναϊκό Ρουμπαγιάτ

Το πιο γνωστό έργο του, το Περσικό Ρουμπαγιάτ, που αργότερα μετονομάστηκε σε Αθηναϊκό Ρουμπαγιάτ, εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1959. Εμπνευσμένο από το πνεύμα του Ομάρ Καγιάμ, ήταν, ωστόσο, εξ ολοκλήρου δικό του: αθηναϊκό στο κρασί, ελληνικό στη σκέψη και προσωπικό στη μουσική.

Κρασί, Θνητότητα και Φιλοσοφία

Τα 127 τετράστιχά του υμνούσαν το κρασί, όμως κάτω από το κρασί βρίσκονταν η θνητότητα, η λαχτάρα, η φιλοσοφία, η θλίψη και η παράξενη ευγένεια της καθημερινής ζωής.

Ένα Τετράστιχο του Σταύρου Μελισσηνού

Σε ένα τετράστιχο, μεταφρασμένο στα αγγλικά από τον γιο του Παντελή Μελισσηνό, έγραψε:

Τα γήινα στέμματα και τα μάταια μεγαλεία, πάρτε τα μακριά.
Δεν χρειάζομαι γρανιτένια κάστρα, μόνο αφήστε με, όσο μπορώ, να έχω
Το χαμόγελο του πόνου, το δάκρυ της ευδαιμονίας, και θα χτίσω
«Μύρια παλάτια» μέσα μου, καθώς ζω από μέρα σε μέρα.

Ποίηση Μέσα από τη Ζωή

Η ποίησή του ήταν λυρική, ρομαντική, απλή και φιλοσοφική. Ο Σταύρος, ωστόσο, δεν χώρισε ποτέ την ποίηση από τη ζωή. Δεν έβλεπε καμία ντροπή στην εργασία. Αντίθετα, πίστευε ότι ένας συγγραφέας που δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να γράφει είναι σαν το φεγγάρι, που λάμπει μόνο με δανεικό φως από τον ήλιο.

Γνώση από Πρώτο Χέρι

Ένας συγγραφέας, υποστήριζε, χρειαζόταν γνώση της ζωής από πρώτο χέρι, και τέτοια γνώση μπορούσε να αποκτηθεί μόνο μέσα από την εργασία σε έναν άλλο τομέα. Διαφορετικά, απλώς επαναλάμβανε κανείς όσα είχαν ήδη διαβαστεί στα βιβλία των άλλων.

Το Μυστικό του

Ο Σταύρος Μελισσηνός έξω από το παλιό ιστορικό εργαστήριο σανδαλιών του, στην οδό Πανδρόσου 89, στην Πλάκα της Αθήνας.

Αυτό ήταν το μυστικό του. Δεν έγραφε πάνω από τη ζωή. Έγραφε μέσα από αυτήν.

Η Ιστορία με τους Beatles

Το χιούμορ του ήταν τόσο αξέχαστο όσο και η φιλοσοφία του. Χρόνια αργότερα, όταν ο γιος του Παντελής τον ρώτησε γιατί δεν είχε ποτέ ζητήσει αυτόγραφα από τους Beatles, ο Σταύρος απάντησε ότι εκείνοι έπρεπε να είχαν ζητήσει το δικό του, επειδή ο ίδιος θα υπήρχε πολύ μετά τους Beatles.

Το Γέλιο

Και ύστερα γέλασε.
Πάντοτε γελούσε.
Ήταν το σήμα κατατεθέν του — ένα ζεστό, μεταδοτικό γέλιο που διέλυε την απόσταση ανάμεσα στους ξένους. Οι πελάτες έρχονταν αναζητώντας σανδάλια, όμως πολλοί θυμούνταν το γέλιο πολύ καιρό αφότου είχαν ξεχάσει την τιμή των σανδαλιών.

Ο Παντελής στο Εργαστήριο

Ο Παντελής, ο γιος του, μεγάλωσε μόλις ένα τετράγωνο μακριά από το εργαστήριο. Μετά το σχολείο τρύπωνε μέσα, προσφέροντας αυτό που αργότερα περιέγραφε αστειευόμενος ως «ανεπιθύμητη βοήθεια» — μοιάζοντας μερικές φορές περισσότερο με τον Dennis the Menace παρά με μαθητευόμενο.
Κι όμως, εκείνα τα απογεύματα διαμόρφωσαν αθόρυβα τη ζωή του. Μεγάλωσε περιτριγυρισμένος από δέρμα, ποίηση, ζωγραφική, συζητήσεις και μια ατελείωτη πομπή συναρπαστικών επισκεπτών από κάθε γωνιά του κόσμου. Περνούσε τα καλοκαίρια του δουλεύοντας με χαρά στο κατάστημα, μετρώντας πόδια, παρακολουθώντας τον πατέρα του να εργάζεται και γνωρίζοντας καλλιτέχνες, συγγραφείς, ηθοποιούς, μουσικούς, πολιτικούς και ταξιδιώτες που περνούσαν από τις πόρτες του.
Χαρισματικός καλλιτέχνης από παιδί, ο Παντελής εικονογράφησε την ποίηση του πατέρα του και αργότερα μετέφρασε πολλά από τα ποιήματά του, προτού φύγει για το Parsons School of Design στο Μανχάταν για να σπουδάσει καλές τέχνες.

Η Τρίτη Γενιά

Ο Σταύρος Μελισσηνός κρατά τον μικρό γιο του, Παντελή Μελισσηνό — τον σανδαλοποιό τρίτης γενιάς που σήμερα συνεχίζει την κληρονομιά των Μελισσηνών στην τέχνη και στα χειροποίητα ελληνικά σανδάλια.

Μετά την επιστροφή του από τη Νέα Υόρκη, ο Παντελής έγινε ο σανδαλοποιός τρίτης γενιάς, ενώ παράλληλα καθιερώθηκε με τη δική του αξία ως καλλιτέχνης, ποιητής, θεατρικός συγγραφέας, ζωγράφος και σκηνογράφος.

Συνεχίζοντας το οικογενειακό εργαστήριο, έγινε τελικά διεθνώς γνωστός ως «Ο Ποιητής Σανδαλοποιός των Αστέρων», ένας τίτλος που του αποδόθηκε από έναν Βρετανό τηλεοπτικό παρουσιαστή και αντανακλούσε τόσο την κληρονομιά όσο και την ατομικότητά του.

Η Κληρονομιά ως Τέχνη

Ο Παντελής γεννήθηκε την ίδια ακριβώς χρονιά που ο Σταύρος έγραψε το Ρουμπαγιάτ του.
Η κληρονομιά που έλαβε δεν ήταν ποτέ απλώς εμπορική. Ήταν καλλιτεχνική.
Αυτό που είχε αρχίσει ως υποδηματοποιία είχε γίνει ποίηση υπό τον Σταύρο. Υπό τον Παντελή, διευρύνθηκε ξανά — στη ζωγραφική, τη γλυπτική, τη λογοτεχνία, το θέατρο και το σχέδιο — παραμένοντας, ωστόσο, ριζωμένο στο ίδιο εργαστήριο.

Πατέρας και Γιος

Ο Παντελής Μελισσηνός με τους γονείς του, τη Σοφία και τον Σταύρο Μελισσηνό, μέσα στο εργαστήριο Melissinos Art στην Αθήνα.

Το εργαστήριο έγινε κάτι περισσότερο από έναν χώρο όπου κατασκευάζονταν σανδάλια.
Έγινε ατελιέ, γκαλερί, βιβλιοθήκη και ζωντανό αρχείο μνήμης.
Πατέρας και γιος δεν υπήρξαν ποτέ επαναλήψεις ο ένας του άλλου. Ήταν δύο μέρη της ίδιας σύνθεσης: ο Σταύρος, που μετέτρεψε το χειροποίητο σανδάλι σε αθηναϊκό θρύλο, και ο Παντελής, που μετέφερε αυτόν τον θρύλο στον ευρύτερο κόσμο της τέχνης.

Η Ευρύτερη Ιστορία

Η ιστορία αρχίζει με τους Μελισσηνούς της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και συνεχίζεται μέσα από τη μεσαιωνική Κρήτη, την παλιά Αθήνα και τη σύγχρονη Ελλάδα.

Περνά από τον εξοπλισμό πλοίων στην υποδηματοποιία, από τα ψυγεία MELCO της δεκαετίας του 1930 στα χειροποίητα αρχαιοελληνικά σανδάλια, από το Εθνικό Θέατρο της Ελλάδας στη Sophia Loren, από τους στρατώνες στο Αθηναϊκό Ρουμπαγιάτ, από τους Beatles στον Bob Saget και από το δέρμα στη λογοτεχνία.

Στο τέλος, η ιστορία του Σταύρου Μελισσηνού δεν είναι απλώς η ιστορία ενός ανθρώπου που κατασκεύαζε σανδάλια.
Είναι η ιστορία τού πώς η τέχνη έγινε πολιτισμός, η ποίηση έγινε κληρονομιά και ένα μικρό εργαστήριο έγινε μέρος της ίδιας της μυθολογίας της Αθήνας.

Η Αθήνα Πέρα από το Μάρμαρο

Διότι η Αθήνα δεν είναι μόνο μάρμαρο, ερείπια, θεοί, φιλόσοφοι και μουσεία. Είναι επίσης ένα μικρό εργαστήριο στην αγορά, ένας τεχνίτης που γελά, μια γυναίκα ονόματι Σοφία που υπενθυμίζει στον σύζυγό της ότι και η ποίηση πρέπει να φάει, μια λωρίδα δέρματος πάνω σε έναν ξύλινο πάγκο, ένας διάσημος μουσικός που περιμένει τη σειρά του, ένα παιδί που παρακολουθεί τον πατέρα του να εργάζεται, ένα ποίημα κρυμμένο πίσω από ένα σανδάλι και ένα ζευγάρι πόδια που ξαφνικά νιώθουν, έστω για ένα καλοκαίρι, σαν να ανήκουν στον Απόλλωνα.

Μια Αληθινή Εμβληματική Μορφή της Αθήνας

Έτσι, από μια οικογένεια που κάποτε είχε συμβάλει στη διαμόρφωση της ιστορίας της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, ο Σταύρος Μελισσηνός δημιούργησε ένα διαφορετικό είδος θρύλου — όχι μεσαιωνικό, όχι αυτοκρατορικό, αλλά αναμφισβήτητα αθηναϊκό. Το βασίλειό του δεν μετριόταν σε κατακτημένα εδάφη, αλλά σε βήματα· η κληρονομιά του όχι σε στέμματα ή τίτλους, αλλά στην ποίηση, τη δεξιοτεχνία και το διαχρονικό πνεύμα της Αθήνας.
Αυτός ήταν ο Σταύρος Μελισσηνός: τεχνίτης της γης, ποιητής του χεριού, μικρός θρύλος στην πόλη των θρύλων και αληθινή εμβληματική μορφή της Αθήνας.